10 Ιαν 2013

Ανακοίνωση των 93 συλληφθέντων της Villa Amalias μέσα από τη ΓΑΔΑ

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

Τίποτα λιγότερο από την αδιαπραγμάτευτη θέση μας για τους κοινωνικούς χώρους που στηρίζουμε και μας στηρίζουν. Τίποτα διαφορετικό από αυτό που λέμε και κάνουμε τόσα χρόνια στις καταλήψεις, στους αυτοδιαχειριζόμενους χώρους, στις διαδηλώσεις, στις απεργίες και στους δρόμους.
Γι’ αυτό και οι φορείς της εξουσίας που τοποθέτησαν ένοπλους φρουρούς έξω από τη Villa Amalias δεν θα μπορούσαν ποτέ να μας κάνουν να απογοητευτούμε, να λιγοψυχήσουμε, να σταματήσουμε, να σταυρώσουμε τα χέρια.

Σήμερα, 9 Γενάρη, σύντροφοι και συντρόφισσες ανακαταλάβαμε το κτίριο της Villa Amalias κάτω από τη μύτη των δυνάμεων καταστολής που το φρουρούσαν. Ένα κτίριο συνδεδεμένο με την ιστορία του ανατρεπτικού κινήματος εδώ και 22 χρόνια, αλλά και με τις αξίες-αρχές που νοηματοδοτεί για εμάς.
Από την πρώτη στιγμή ανοίγονται πανό και στήνεται μικροφωνική όπου διαβάζονται κείμενα. Την ίδια στιγμή εκατοντάδες αλληλέγγυοι-ες συγκεντρώνονται γύρω από την κατάληψη. Δύο ώρες μετά και χωρίς εισαγγελική παρουσία, δυνάμεις των ΕΚΑΜ (συνεπικουρούμενες από όλων των ειδών τις αστυνομικές δυνάμεις καθώς και ελικόπτερου) εισέβαλαν στην κατάληψη συλλαμβάνοντάς μας.
Λίγη ώρα μετά, σύντροφοι και συντρόφισσες καταλαμβάνουν τα κεντρικά γραφεία του κυβερνητικού κόμματος της ΔΗΜΑΡ, αναδεικνύοντας την απόλυτη σύμπλευση του συγκεκριμένου φορέα με τις επιλογές του Σαμαρά και του Δένδια. Μετά από επέμβαση της αστυνομίας προσήχθησαν και οι 40 σύντροφοι και συντρόφισσες.
Το κράτος στην προσπάθειά του να ανακόψει τις κινήσεις αλληλεγγύης που ξεδιπλώνεται επιλέγει να εισβάλει σε έναν ακόμα κοινωνικό χώρο, την κατάληψη Πατησίων 61 και Σκαραμαγκά, συλλαμβάνοντας άλλους 8 συντρόφους μας.

Ανακαταλάβαμε τη φυλασσόμενη Villa Amalias γνωρίζοντας ότι θα δεχτούμε επίθεση και προφανώς θα συλληφθούμε. Θα το ξανακάνουμε όσες φορές χρειαστεί και για αυτήν και για οποιονδήποτε άλλο κοινωνικό χώρο αντίστασης των από τα κάτω χτυπηθεί. Το ξαναλέμε ακούραστα: Δεν μας φοβίζουν ούτε τα όπλα τους, ούτε η λάσπη που πετάνε.
Με τη σημερινή ανακατάληψη αναδείξαμε ότι η ολομέτωπη επίθεση του κράτους που θέτει σήμερα στο στόχαστρο τις καταλήψεις, τους αυτοοργανωμένους χώρους και τις δομές του αναρχικού-αντιεξουσιαστικού κινήματος, όπως και τους κοινωνικούς-ταξικούς αγώνες, δεν είναι μονόλογος. Η καρδιά, η θέληση για αγώνα και η επιθυμία για έναν κόσμο ισότητας και ελευθερίας αποδεικνύονται πιο δυνατά από τους στρατούς τους.
Δεν θα καταφέρουν ποτέ να μας νικήσουν, γιατί όσες δυνάμεις καταστολής κι αν επιστρατεύσουν δεν μπορούν να καταπνίξουν την αντίσταση, την αξιοπρέπεια, την αλληλεγγύη.
Δεν θα καταφέρουν ποτέ να μας νικήσουν γιατί δεν είμαστε εκατό, είμαστε χιλιάδες. Είμαστε ένα κομμάτι του κόσμου που αγωνίζεται ενάντια στην καπιταλιστική βαρβαρότητα, την κρατική τρομοκρατία και τον εκφασιμό. Κομμάτι των ντόπιων και μεταναστών εργαζόμενων, ανέργων, μαθητών, αντιστεκόμενων στις γειτονιές, διωκόμενων και φυλακισμένων αγωνιστών, που δεν σκύβουν το κεφάλι. Μαζί τους υψώνουμε μια γροθιά αντίστασης όπως τη στιγμή της σύλληψής μας.
Δικό μας όπλο είναι η αλληλεγγύη, την οποία νιώσαμε πολύ δυνατά σήμερα. Δύναμή μας οι συλλογικές αντιστάσεις.
Στους καιρούς των μνημονίων, η επιβαλλόμενη εξαθλίωση, η ολοένα εντεινόμενη φτωχοποίηση της κοινωνίας, αποτελούν το μέλλον που επιβάλλει το κράτος και ο καπιταλισμός. Σε αυτούς τους καιρούς, που η βία του συστήματος κλιμακώνεται και το κράτος μόνιμης έκτακτης ανάγκης εγκαθιδρύει τον ολοκληρωτισμό, η κοινωνική επανάσταση είναι ο μόνος δρόμος. Μέσα σε αυτή τη συνθήκη στεκόμαστε συνειδητά στα πόδια μας, προτάσσοντας την αυτοοργάνωση, την αντίσταση, την αλληλεγγύη και επιχειρούμε να κάνουμε το ένα βήμα παραπάνω… Να οργανώσουμε την κοινωνική και ταξική αντεπίθεση. Στον καιρό που η κυρίαρχη συνθήκη είναι «θα τα χάσουμε όλα», εμείς αγωνιζόμαστε για την αντιστροφή της: «Να τα κερδίσουμε όλα!»

Αν δεν αλλάξουμε όλοι εμείς τα πράγματα, δεν θα το κάνει κανείς. Όλα συνεχίζονται…

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗ ΛΑΙΛΑΠΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗΣ, ΝΑ ΑΝΤΙΤΑΞΟΥΜΕ ΤΗ ΘΥΕΛΛΑ ΤΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ!

ΟΛΟΙ ΚΑΙ ΟΛΕΣ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ, ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΚΡΙΝΟΝΤΑΙ ΟΛΑ

ΚΑΤΩ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΑΠΟ ΤΗ VILLA AMALIAS, ΤΗΝ ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΣΚΑΡΑΜΑΓΚΑ, ΤΟ ΑΥΤΟΔΙΑΧΕΙΡΙΖΟΜΕΝΟ ΣΤΕΚΙ ΑΣΟΕΕ, ΤΟΝ 98 FM, ΤΟ ΣΤΕΚΙ XANADU, ΤΗΝ ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΔΕΛΤΑ, ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ, ΤΟΥΣ ΑΥΤΟΔΙΑΧΕΙΡΙΖΟΜΕΝΟΥΣ ΧΩΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ


Οι 93 συλληφθέντες της Villa Amalias

Η Βίλα Αμαλίας Κατάληψη θα Μείνει! / Villa Amalias will Remain a Squat!



Solidarity with Villa Amalias Squat – Let us Resist the Social Cannibalism

 All of us signing this declaration of solidarity with Villa Amalias Squat are aware of the fierce attack unleashed by the Greek state on free spaces and every other expression of social/political resistance.

Villa Amalias is one of the oldest and most historical squats in Athens/Greece, well known for its multilevel presence within the radical movement, a place of creative fermentations, anti-commercial cultural activities and reference point for the building of relationships based on equality, solidarity and anti-authority.

It is not a coincidence that the Greek state has chosen this period of intensive austerity, political scandals, generalized fear and insecurity to attack those parts of society that resist the social cannibalism intensified by the unbearable economic measures and expressed by the neo-Nazis of Golden Dawn. Villa Amalias has stood for 23 years in a neighbourhood full of natives and immigrants, promoting the values of brotherhood and respect, and at the same time acting as a robust bulwark against the murdering practices of the neo-Nazi gears of Greek neo-liberalism.

On Thursday, 20/12/2012, the police invaded the occupied space of Villa Amalias, arrested 8 people and sealed the building’s two entrances. The squat remained evacuated and guarded by the riot police who continuously entered the place at their own will, with the political coverage and cooperation of the Municipality of Athens, therefore cancelling in practice even the laws of bourgeois democracy. Moreover, the vast majority of the Greek mass media was reproducing false information, fully aligned with the government’s rhetoric.  

On Wednesday, 09/01/2013, a group of people managed to enter the place, liberating the historical squat, but within two hours the state acted repressively again, breaking into Villa Amalias with its special forces and arresting the squatters.

We demand and support the immediate release of all those arrested, as well as the withdrawal of the police from the free space of Villa Amalias Squat. We stand in solidarity, side by side, with all those who choose not to kneel before the destructive onslaught of the reactionary/fascist forces that support the policy of the IMF and its allies in Greece, but transvalue their wishes into a paradigmatic and decisive way of living.

http://www.avaaz.org/en/petition/Solidarity_with_Villa_Amalias_Squat_Allileggyi_stin_Katalipsi_Vila_Amalias/

Αλληλεγγύη στην  Κατάληψη Βίλα Αμαλίας – Να Αντισταθούμε στον Κοινωνικό Κανιβαλισμό

Όλοι εμείς που υπογράφουμε αυτή την διακήρυξη αλληλεγγύης στην Κατάληψη Βίλα Αμαλίας είμαστε γνώστες της σκληρής επίθεσης που έχει εξαπολύσει το ελληνικό κράτος ενάντια στους ελεύθερους χώρους και κάθε άλλη έκφραση κοινωνικής/πολιτικής αντίστασης.

Η Βίλα Αμαλίας αποτελεί μία από τις παλαιότερες και ιστορικότερες καταλήψεις στην Αθήνα/Ελλάδα, γνωστή για την πολυεπίπεδη παρουσία της στους κόλπους του ριζοσπαστικού κινήματος, έναν χώρο δημιουργικών ζυμώσεων, αντιεμπορευματικών πολιτιστικών δραστηριοτήτων και σημείο αναφοράς για την οικοδόμηση σχέσεων βασισμένων στην ισότητα, την αλληλεγγύη και την αντιεξουσία.

Δεν αποτελεί σύμπτωση το ότι το ελληνικό κράτος διάλεξε αυτήν την περίοδο της έντονης λιτότητας, των πολιτικών σκανδάλων, του γενικευμένου φόβου και της ανασφάλειας για να επιτεθεί σε εκείνα τα κοινωνικά κομμάτια που αντιστέκονται στον κοινωνικό κανιβαλισμό, ο οποίος εντείνεται από τα αβάσταχτα οικονομικά μέτρα και εκφράζεται από τους νεοναζί της Χρυσής Αυγής. Η Βίλα Αμαλίας στέκεται εδώ και 23 χρόνια σε μια γειτονιά γεμάτη από ημεδαπούς και μετανάστες, προωθώντας τις αξίες της αδελφοσύνης και του σεβασμού, λειτουργώντας την ίδια στιγμή ως συμπαγές ανάχωμα στις δολοφονικές πρακτικές των νεοναζιστικών γραναζιών του ελληνικού νεοφιλελευθερισμού.

Την Πέμπτη, 20/12/2012, η αστυνομία εισέβαλε στον κατειλημμένο χώρο της Βίλας Αμαλίας, συνέλαβε 8 άτομα και σφράγισε τις δύο εισόδους του κτιρίου. H κατάληψη παρέμεινε εκκενωμένη και φυλασσόμενη από τα ΜΑΤ που συνεχώς και κατ’ ιδίαν βούληση εισέρχονταν στο χώρο, με την πολιτική κάλυψη και συνεργασία του Δήμου Αθηναίων, ακυρώνοντας στην πράξη ακόμα και τους νόμους της αστικής δημοκρατίας. Επιπλέον, η συντριπτική  πλειοψηφία των ελληνικών ΜΜΕ αναπαρήγαγε ψευδείς πληροφορίες, όντας πλήρως ευθυγραμμισμένη με τη ρητορική της κυβέρνησης.

Την Τετάρτη, 09/01/2013, μια ομάδα ατόμων κατάφερε να εισέλθει στο χώρο, απελευθερώνοντας την ιστορική κατάληψη, ωστόσο μέσα σε διάστημα δύο ωρών το κράτος έδρασε κατασταλτικά εκ νέου, εισβάλλοντας στη Βίλα Αμαλίας με τις ειδικές του δυνάμεις και συλλαμβάνοντας τους καταληψίες.

Απαιτούμε και στηρίζουμε την άμεση απελευθέρωση όλων των συλληφθέντων καθώς και την αποχώρηση της αστυνομίας από τον ελεύθερο χώρο της Κατάληψης Βίλα Αμαλίας. Στεκόμαστε με αλληλεγγύη στο πλευρό όλων όσων επιλέγουν να μην γονατίζουν προ της καταστροφικής επέλασης των αντιδραστικών/φασιστικών δυνάμεων που στηρίζουν την πολιτική του ΔΝΤ και των συμμάχων της στην Ελλάδα, αλλά να μεταστοιχειώνουν τις επιθυμίες τους σε έναν παραδειγματικό και αποφασιστικό τρόπο ζωής.

3 Ιαν 2013

Για μία Αξιακή/Σχεσιακή Ανάγνωση της Κρίσης



     Κρίση, φτώχεια, μιζέρια, εξαθλίωση, νέμεση, αλλαγή, αναδιοργάνωση, αντίσταση, εξέγερση…Σκόρπιες λέξεις που καιρό τώρα προσπαθούν να περιγράψουν, να ξορκίσουν, να εξηγήσουν και να ξεπεράσουν μια συνθήκη παγκόσμιου βεληνεκούς η οποία πλέον «στρογγυλοκάθεται» (και) στα σαλόνια του «πρώτου κόσμου».
           Η οικονομική κρίση είναι μια φαινομενικότητα τόσο πραγματική όσο και κάθε γεγονός του οποίου οι διφορούμενες και εν πολλοίς αμφισβητήσιμες γενικές επιδράσεις δεν αποκλείουν την καθολική διαφέντευση των ατομικών μας ζωών. Είναι μια πραγματικότητα τόσο φαινομενική όσο και κάθε αναστρέψιμο, μικρό ή μεγάλο, συμβάν στην προσωπική μας καθημερινότητα.
          Η «πραγματική φαινομενικότητα» της οικονομικής κρίσης έγκειται στις συγκεκριμένες συνέπειες λειτουργίας ενός έμψυχου μηχανισμού που διέπεται από κανόνες, πρωτόκολλα, στόχους και, πάνω από όλα, συγκεκριμένες διαπροσωπικές σχέσεις – προκαθορισμένες εντός ενός συγκεκριμένου πλαισίου, εν είδει κοινωνικής νόρμας και αποτελέσματος ενός εξελικτικού ντετερμινισμού. Ένα «παιχνίδι» που βασίζεται στη δική του εσωτερική λογική, αναπτύσσεται μέσω αυτής και αναπαράγεται διαπλέκοντας τις ζωές, τις επιθυμίες, τις ενεργητικότητες των «παικτών» σε τύπους σχέσεων που θα του επιτρέψουν να αποκρύψει τη φύση της καταγωγής του και από ανατρέψιμη συνθήκη να αναβαπτιστεί σε αναπόδραστη πραγματικότητα.
Η «φαινομενική πραγματικότητα» της οικονομικής κρίσης έγκειται στην διαφορετική αντίληψη, βίωση και αντιμετώπισή της από διαφορετικούς τύπους βούλησης. Ανάμεσα στους «παίχτες» υπάρχουν εκείνοι που αναγνωρίζουν το «παιχνίδι» ως τέτοιο. Δεν παρασύρονται από τις δογματικές-οντολογικές του σειρήνες και δεν λησμονούν τη δυνατότητα ανατροπής του. Εισέρχονται στο «παιχνίδι» με ποικίλες προθέσεις – ανάγκη επιβίωσης, κοινωνική ανέλιξη, δημιουργικότητα, κυριαρχία – οι οποίες κορυφώνονται με την πρόθεση πραγμάτωσης ή αποσόβησης αυτής της ανατρεπτικής δυνατότητας. Ανάμεσα, λοιπόν, στους πολέμιους και τους θεματοφύλακες του καπιταλισμού υπάρχουν εκείνοι που μέσω μιας γενεαλογικής διαδικασίας έχουν εντοπίσει τη φαινομενική πραγματικότητά του, την διαιώνισή του ως σχεσιακή συνθήκη και όχι ως ντετερμινιστική αυθυπαρξία.
Συντασσόμενοι ανεπιφύλακτα στο πλευρό των πρώτων καλούμαστε να προχωρήσουμε ένα βήμα παραπέρα και να καταδείξουμε τη μερικότητα της «ριζοσπαστικής» γενεαλογικής μεθόδου. Διότι γενεαλογία δεν σημαίνει απλά την ανάδειξη της καταγωγής συγκεκριμένων αξιών και συνθηκών – αποκαλύπτοντας έτσι τη φαινομενικότητα της φύσης τους – αλλά και τον εντοπισμό των δυνάμεων-σχέσεων που σφετερίζονται αυτές τις αξίες/συνθήκες.
Η θέση της παρούσας συλλογιστικής είναι πως η μη ολοκλήρωση της γενεαλογικής διαδικασίας, άρα η μη μεταστοιχείωση των σχέσεων που παράγουν συγκεκριμένες αξίες/συνθήκες, όχι μόνο δεν δύναται να οδηγήσει στην ανατροπή των κανόνων του «παιχνιδιού» αλλά λειτουργεί και σαν εκτονωτική βαλβίδα εντός μιας διαλεκτικής σχέσης που τους ανασυνθέτει.
Τα τελευταία τέσσερα χρόνια, με την κλιμάκωση της οικονομικής κρίσης, τις απανταχού συγκρουσιακές μητροπολιτικές εξεγέρσεις, τους πειραματισμούς με αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες και την άρνηση των υπαρχουσών πολιτικών δομών το ερώτημα που τέθηκε και τίθεται, ρητά ή άρρητα, είναι η δυνατότητα μιας ουτοπίας και οι όροι επίτευξής της.
Το ερώτημα αυτό πήρε ταυτόχρονα και πολλαπλές μορφές δυνάμει απαντήσεων μέσω, λιγότερο ή περισσότερο, βραχυπρόθεσμων πρακτικών ορισμένης, μεγαλύτερης ή μικρότερης, εμβέλειας (Δεκέμβρης 2008, συνελεύσεις και δράσεις στις γειτονιές και τις πλατείες, κατάληψη και αξιοποίηση εγκαταλελειμμένων χώρων κ.ά.), με μια παράλληλη, ενδιαφέρουσα ενδοσκόπηση των κοινωνικών υποκειμένων.
Η κρίση και οι απτές, βίαιες αλλαγές που επέφερε στη ζωή μας ήρθαν να εξαγιάσουν και να εντείνουν τη χρόνια και ύπουλη κλιμάκωση του κοινωνικού πολέμου στο επίπεδο των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών (ουσιαστική ποινικοποίηση πολιτικών απόψεων, «κατάργηση» του τεκμηρίου της αθωότητας, δημόσια διαπόμπευση συλληφθέντων στη διάρκεια συγκρουσιακών διαδηλώσεων), την εργασιακή και κοινωνική εκμετάλλευση (κατάργηση συλλογικών συμβάσεων, εξόφθαλμη κρατική ανοχή στις κατά συρροή νομικές παραβιάσεις αφεντικών εις βάρος εργαζομένων, ισοπέδωση μισθών και συντάξεων), τη λεηλασία κοινωνικών αγαθών (παιδεία, υγειονομική περίθαλψη), τα οποία αν και θεωρούνται «κοινωνικές κατακτήσεις» δεν έπαψαν ποτέ να αποτελούν εμπορεύσιμο είδος για το κράτος το οποίο αποφάσισε να τα απαξιώσει ακόμα και σε αυτό το επίπεδο της μονεταριστικής του λογικής μην αποδίδοντας στους υπηκόους του το αντάλλαγμα για τις διαρκείς φορολογικές καταληστεύσεις.  
Όλα τα παραπάνω έθεσαν επί τάπητος, σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο,  ζητήματα που ως τότε θεωρούνταν «λυμένα» – η κοινοβουλευτική δημοκρατία και ο καπιταλισμός ως οι μοναδικές ρεαλιστικές λύσεις σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο, ή μετατοπισμένα σε έναν παροντικό/μελλοντικό χωροχρόνο – η δυνατότητα ενός επαναστατικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, μια ουτοπία.

Όσο και αν δεν μπορούμε να αποκλείσουμε τη συμμετοχή υποκειμένων διαφόρων πολιτικών προελεύσεων, ακόμα και «απολιτίκ», σε αυτές τις ζυμώσεις θα ήταν άστοχο να μην αποδώσουμε, σχεδόν ολοκληρωτικά, στους κόλπους της αριστεράς και του αναρχικού/ελευθεριακού (α/ε) χώρου τη διαχρονική κυοφορία ουτοπικών ιδεών και την προσπάθεια πραγμάτωσής τους. Ωστόσο, οι θεωρητικές και πρακτικές διαφορές των εκατέρωθεν ουτοπικών συλλήψεων καταδεικνύουν τις δυνάμεις που σφετερίζονται τις ουτοπικές αυτές αξίες αποκαλύπτοντας έτσι τόσο τις αδυναμίες όσο και τις προοπτικές τους.
          Έπειτα από την ήττα στον εμφύλιο, και κυρίως μετά την «καραμανλική» νομιμοποίησή της, η αριστερά, σχεδόν στο σύνολό της, απεμπόλησε το επαναστατικό/εξεγερσιακό της όραμα παρασυρόμενη από το ρεύμα του ρεφορμισμού που την οδήγησε στη μέγγενη της αστικής δημοκρατίας. Έτσι, ο αριστερός πολιτικός χώρος θα μπορούσε χονδρικά να διακριθεί σε αυτούς που βρίσκονται μέσα στο κοινοβούλιο και σε εκείνους που…προσπαθούν να εισέλθουν σε αυτό! Η πρόσδεση στο άρμα της εκλογικής διαδικασίας και η άρρητη υπογραφή δηλώσεων νομιμοφροσύνης (οι θεατρινίστικες «έκνομες» ενέργειες του Κομμουνιστικού Κόμματος δεν είναι παρά το κουτόχορτο με το οποίο η «πεφωτισμένη» ηγεσία ταΐζει τη βάση του) είναι η μεγαλύτερη και ντροπιαστικότερη ήττα (περισσότερο και από τη Συμφωνία της Βάρκιζας) που υπέστη η αριστερά, αφού η απορρόφηση από το πολιτικό σύστημα αναδύει με κάθε ευκαιρία τα χαρακτηριστικά του νέου αγώνα της: πολιτική αντί κοινωνικής επανάστασης, απογείωση της ντετερμινιστικής οπτικής για τα πράγματα και καθαγιασμός των μέσων για την επίτευξη ενός σκοπού, αγνώστου χωροχρονικής τοποθέτησης. 
 Οι αριστερές (εξω)κοινοβουλευτικές δυνάμεις, κομμουνιστικές και σοσιαλδημοκρατικές, αντιμετωπίζουν την παρούσα οικονομική κρίση ως κρίση ενός οικονομικού συστήματος που πρέπει είτε να ανατραπεί είτε να μεταρρυθμιστεί. Αφήνοντας έξω τη δεύτερη κατηγορία, μιας και το ζήτημα ενός ανθρωπιστικού καπιταλισμού δεν μπορεί πλέον ούτε μεταφυσικά να δικαιολογηθεί, θα επικεντρωθώ στον γενεαλογικό εντοπισμό της βάσης στην οποία ακουμπά η πρακτική των αριστερών συνιστωσών που στοχεύουν στην πολιτική επανάσταση. Τα χαρακτηριστικά της βάσης αυτής είναι τρία: επικέντρωση στην οικονομία, ντετερμινιστική/προοδευτική/γραμμική θεώρηση της επαναστατικής διαδικασίας και χρήση αμφιλεγόμενων μέσων για την επίτευξη του στόχου.
 Η πρόσληψη του ανθρώπου ως οικονομικού, κατά κύριο λόγο, όντος δεν σκιαγραφεί απλά το πλαίσιο μιας άκαμπτης ουσιοκρατικής αντίληψης αλλά παραβλέπει και τα ιστορικά αποτελέσματα «απελευθερωτικών» εγχειρημάτων (με εξέχουσα την Οκτωβριανή Επανάσταση) που βασίστηκαν στην αντίληψη αυτή, θυσιάζοντας στο βωμό της παραγωγής κάθε απελευθερωτική προσδοκία αλλά και προοπτική. Η αναγωγή όλων των δυνατοτήτων, συναισθημάτων, παθών και βουλητικών εκρήξεων σε οικονομικές σχέσεις όχι μόνο οδήγησε σε μια εκχυδαϊσμένη, υλιστική θεώρηση του ανθρώπου αλλά ουσιαστικά κατέστησε το δίπολο κυρίαρχου/κυριαρχούμενου εντελώς μονοδιάστατο υποτιμώντας την προέλαση της κυριαρχίας στα πεδία του φύλου, της καταγωγής, της αυθεντίας, της  φυσικής δύναμης κλπ. Μια τέτοια οικονομίστικη θεώρηση δεν μπορεί ποτέ να είναι απελευθερωτική. Κι αυτό γιατί καλεί μεν στην ανατροπή της παρούσας οικονομικής σχέσης εξουσίας, οραματίζεται δε την πραγμάτωση μιας εργατικής εξουσίας (αφήνω στην άκρη τον ασαφή και προβληματικό όρο «εργάτης» αλλά και τους ποικίλους αποκλεισμούς που προκαλεί η εμμονή σε μια τέτοια ταυτότητα), διατηρώντας τήν μονοσήμαντη και περιορισμένη σύλληψη του ανθρώπου ως εργάτη και παραγωγού πλούτου.

          Επιπλέον, η οικονομική αυτή θεώρηση εξέθρεψε τον λεγόμενο «επιστημονικό σοσιαλισμό», δηλαδή τον εντοπισμό, τη μελέτη και την αντιμετώπιση της κοινωνικής/πολιτικής/οικονομικής ανισότητας και εκμετάλλευσης με κριτήρια «επιστημονικά» και «ορθολογιστικά» σύμφωνα με την ντετερμινιστική εκδοχή του δυτικού επιστημονικού προτύπου. Η επαναστατική διαδικασία, λοιπόν, δεν αναλύεται απλώς με οικονομικούς, κατά βάση, όρους αλλά και οδηγεί «αναπόφευκτα» στην κομμουνιστική κοινωνία, περνώντας πρώτα από τα απαραίτητα ιστορικά, ενδιάμεσα, στάδια με καύσιμη ύλη την ταξική πάλη. Βέβαια, το «αναπόφευκτο» αυτό της επανάστασης όχι μόνο δεν έδρασε ενδυναμωτικά/επιβεβαιωτικά για τις δυνάμει εξεγερμένες μάζες αλλά οδήγησε και στην αποχαύνωσή τους, μετατρέποντας την άγρια ταξική αντιπαράθεση του 19ου (κατά κύριο λόγο) και πρώιμου 20ου αιώνα σε εναπόθεση ελπίδων στα εκλογικά πανηγύρια της αστικής δημοκρατίας και στις θεατρινίστικες διεκδικήσεις των αυστηρά ιεραρχικών, γραφειοκρατικών και ρεφορμιστικών εργατικών συνδικάτων. Έτσι, η ουτοπία της απελευθερωμένης κοινωνίας μεταφέρθηκε σε έναν απροσδιόριστο μελλοντικό χρόνο αδυνατώντας να αξιοποιήσει τη δυνατότητα πραγμάτωσης που κατά καιρούς της προσέφεραν οι ανά τον κόσμο εξεγέρσεις οι οποίες καταπνίγηκαν, αγνοήθηκαν ή λοιδορήθηκαν στο όνομα των «μη ώριμων για την επανάσταση» συνθηκών.
          Κατά τρίτον, η εσαεί μετάθεση της επανάστασης σε ένα απροσδιόριστο μέλλον, σε συνδυασμό με τα ενδιάμεσα στάδια που θα πρέπει η ανθρωπότητα να περάσει μέχρι να φτάσει εκεί, οδήγησαν στην επί δεκαετίες κατάπτυστη εκμετάλλευση των μαζών από τους ίδιους τους «πεφωτισμένους» και «πρωτοπόρους» τους σωτήρες. Η (προ)επαναστατική διαδικασία απαιτεί θυσίες, όχι στο πλαίσιο κοινών αγώνων συμβατών με τους σκοπούς μιας επανάστασης αλλά υπό το πρίσμα μιας οργουελικής «φάρμας των ζώων»: «Όλα τα ζώα είναι ίσα, αλλά μερικά ζώα είναι πιο ίσα από τα άλλα». Έτσι, δεν είναι τα μέσα που ευθυγραμμίζονται με το σκοπό αλλά ένας αφηρημένος (μελλοντικός) σκοπός που αγιάζει τα πιο συγκεκριμένα (παροντικά), και ασύμβατα με αυτόν, μέσα. Και τι δεν έχουμε δει να εκτυλίσσεται «για χάρη» της απελευθερωμένης κοινωνίας: διώξεις και δολοφονίες, σκληρές ιεραρχίες, δογματισμούς, άσκηση εξουσίας, ψηφοθηρία, «επαναστατικά» προνόμια και μονοπώλια, ανίερες συνεργασίες, ουσιαστική ενσωμάτωση στην καπιταλιστική και αστικοδημοκρατική μηχανή. Όλα για χάρη της επανάστασης περιμένοντας με βεβαιότητα τις συνθήκες να «ωριμάσουν», κάπως, κάπου, κάποτε…
           Η «επαναστατική» αριστερά, λοιπόν, μπορεί να έχει εντοπίσει τη φαινομενικότητα της κρίσης, να έχει «διαβάσει» τη δυνατότητα και την ανάγκη ανατροπής του καπιταλιστικού πλαισίου αλλά το παραπάνω τρίπτυχο (οικονομισμός, ντετερμινισμός, αγιοποίηση μέσων) την καθηλώνει τόσο στον ελλιπή προσδιορισμό των γενεαλογικών αξιών και των δυνάμεων που τις σφετερίζονται, όσο και στην αδυναμία μεταστοιχείωσής τους για μια πραγματική ανατροπή του υπάρχοντος σκηνικού.
      Από την άλλη πλευρά βρίσκεται ο α/ε χώρος. Τι είναι αυτό που τον διαφοροποιεί από την αριστερή θεώρηση; Δύο, κυρίως, αλληλένδετα σημεία. Το πρώτο είναι ο τρόπος αντίληψης της υπάρχουσας κοινωνικής/πολιτικής/οικονομικής συνθήκης και το δεύτερο είναι η έννοια της επανάστασης.
       Μια σπινοζική διάκριση μεταξύ potentia (δύναμη) και potestas (εξουσία) διατρέχει τις πρακτικές του, με τον πρώτο όρο να αφορά στα καθημερινά απελευθερωτικά εγχειρήματα δημιουργικότητας, αυτοκαθορισμού, αυτονομίας και αλληλεγγύης, και τον δεύτερο να περιγράφει την άσκηση της κυριαρχίας σε κρατικό, κοινωνικό και ατομικό επίπεδο. Εδώ, οι αιτίες της κρίσης δεν είναι μόνο οικονομικές αλλά πηγάζουν, πρωτίστως, από τον εκφυλισμό των ανθρωπίνων σχέσεων στο δίπολο εξουσιαστή-εξουσιαζόμενου. Η βασική διαφορά της αναρχικής οπτικής έγκειται στον ευμετάβλητο χαρακτήρα αυτού του δίπολου. Καθένας μπορεί να αποτελεί εκ περιτροπής, ή ακόμα και ταυτοχρόνως σε διαφορετικές σχέσεις του, τόσο τον εξουσιαστή όσο και τον εξουσιαζόμενο. Η αναγνώριση της κοινωνίας ως σύνολο και ποιότητα σχέσεων ξεπερνά τον ντετερμινισμό και την ακαμψία οποιουδήποτε σχήματος «βάσης-εποικοδομήματος» θέτοντας το ζήτημα του συνεχούς αγώνα και της άμεσης/αδιαμεσολάβητης δράσης ως πρωτεύον χαρακτηριστικό της χειραφέτησης. Η ποιοτική κατάσταση των σχέσεων πηγάζει από τις αντίστοιχες θελήσεις των υποκειμένων, αποτελεί στάση ζωής και απεικόνιση συνειδητών επιλογών. Γενεσιουργός αιτία της κρίσης, λοιπόν, η σύγκρουση διαφορετικών θελήσεων και η βίαιη κυριαρχία κάποιων από αυτές στις υπόλοιπες.
        Αντίδοτο στην κρίσιμη παρούσα συνθήκη, η επανάσταση. Όχι μετατεθειμένη σε ένα αόριστο μέλλον αλλά αλληλένδετη με τους αγώνες του παρελθόντος και του παρόντος. Η επανάσταση είναι μια διαρκής εξεγερσιακή κατάσταση εξαίρεσης, ένα μεσσιανικό ρήγμα στο συνεχές του καπιταλιστικού εξελικτισμού. Σε αντίθεση με τον αριστερό/εξουσιαστικό κομμουνιστικό μεσσιανισμό ο οποίος τοποθετεί τη λύτρωση στο τέλος της ντετερμινιστικής ιστορικής εξέλιξης, ο αναρχικός/ελευθεριακός μεσσιανισμός είναι ο ίδιος η ταφόπλακα της εξέλιξης αυτής. Δημιουργεί ρήγματα ελευθερίας τα οποία υπονομεύουν την τάξη της υπάρχουσας κοινωνικής/οικονομικής/πολιτικής συνθήκης όχι αιτιοκρατικά αλλά βουλητικά, και που αποτελούν ουσιαστική πρόγευση – εδώ και τώρα – της γενικευμένης «αταξίας».
       Ως εκ τούτου, τα μέσα που μεταχειρίζεται ο α/ε χώρος δεν θα μπορούσαν να έρχονται σε αντίθεση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς. Από τη στιγμή που οι αιτίες της κρίσης εντοπίζονται στην τυπολογία των ανθρώπινων σχέσεων και που η βουλητική μεταστοιχείωση των σχέσεων αυτών σημαίνει ταυτόχρονα την κατάργηση της παρούσας συνθήκης και την ανάδυση απελευθερωτικών χωροχρόνων, είναι τα μέσα που εξαγιάζουν τον σκοπό, είναι τα μέσα που γίνονται τα ίδια σκοπός.
        Δεχόμενοι όλη την παραπάνω, υποκειμενική φυσικά, ανάλυση μένει να αναρωτηθούμε κατά πόσο η θεωρία συμβαδίζει με την πράξη. Είναι γεγονός πως η δημιουργία απελευθερωμένων ζωνών (στέκια, καταλήψεις, συνελεύσεις κλπ) δεν συνεπάγεται αυτόματα την εξάλειψη του κινδύνου για σεκταρισμό, απομονωτισμό, απαξίωση των υπόλοιπων κοινωνικών δυνάμεων, συντήρηση εξουσιαστικών σχέσεων – πολλές φορές, κάθε άλλο. Επίσης, ο φετιχισμός της βίας, που τις τελευταίες δεκαετίες φαίνεται να έχει αποκτήσει μια πρωτοκαθεδρία στις πρακτικές του «χώρου», σίγουρα πρέπει να προβληματίσει για το κατά πόσον μπορεί να συμβαδίσει με μια μεταστοιχείωση, από τη στιγμή που πολύ συχνά βιώνεται ως αυτοσκοπός, επετειακή εκτόνωση ή εύκολη λύση στην προσπάθεια σαμποταρίσματος της κρατικής μηχανής. Και, εν τέλει, όλα αυτά δεν βοηθούν στο να δοθεί μια ικανοποιητική απάντηση στις δίκαιες «χρεώσεις» του α/ε χώρου για πρακτικές και συμπεριφορές «αυθεντίας», όπως αυτές που πολύ διορατικά και νηφάλια κάνει ο Γκυ Ντεμπόρ στην Κοινωνία του Θεάματος (βλ. π.χ. τις θέσεις 91 & 93).
       Ωστόσο, παρ’ όλες τις αντιφάσεις, ως ειδοποιός διαφορά του α/ε χώρου παραμένει η έλλειψη έτοιμων επαναστατικών συνταγών βασισμένες σε πεφωτισμένα μακροπρόθεσμα σχέδια που αλλοιώνουν εκ των έσω την επαναστατική διαδικασία. Πιο πρόσφατο και χαρακτηριστικότερο, ίσως, παράδειγμα αυτού, η σύγκρουση σταλινικών κομμουνιστών και αναρχικών/ανένταχτων έξω από το κοινοβούλιο στην απεργιακή πορεία της 20ης Οκτώβρη 2011. Από τη μία πλευρά, η ηγεμονική/εξουσιαστική στάση του κομμουνιστικού κόμματος που δηλώνει πως «στην επανάσταση δεν θα σπάσει ούτε ένα τζάμι» και που παρατάσσει τους «πιστούς» του μπροστά στη βουλή, ουσιαστικά προστατεύοντάς την, αδυνατώντας να αφουγκραστεί την οργή των χιλιάδων διαδηλωτών. Από την άλλη, ένα ετερόκλητο πλήθος αναρχικών και ανένταχτων οι οποίοι αρνούνται να αποδεχτούν το ρόλο του κκε ως νταβατζή του κινήματος, συνεργάτη της αστυνομίας και προστάτη του κοινοβουλίου. Ο τρίτος πόλος αφορά σε μία προσκυνημένη αριστερά η οποία εκτός ελαχίστων – αν όχι μίας (ΕΕΚ) – εξαιρέσεων αδυνατεί να ξεπεράσει το οιδιπόδειο σύμπλεγμα που την κατατρέχει και συντάσσεται επισήμως στο πλευρό του κκε, αποκαλώντας προβοκάτορες, αντικομμουνιστές, φασίστες κλπ, όλους όσους αντιμετώπισαν τους σταλινικούς ως αυτό που οι ίδιοι πρέσβευαν, τουλάχιστον, εκείνη τη μέρα: προστάτες του συστήματος.
       Συνοψίζοντας: οι αιτίες της οικονομικής κρίσης απέχουν πολύ από το να είναι απλά οικονομικές. Πηγάζουν από μια κρίση και σύγκρουση σχέσεων, με το δημιουργικό κομμάτι τής potentia να υποχωρεί μπροστά στο χειραγωγό πρόσωπο της potestas. Το πρόσωπο αυτό θέλει να παρουσιάζει την παρούσα οικονομική/πολιτική/ κοινωνική συνθήκη ως μια αναπόφευκτη πραγματικότητα, δυσβάσταχτη μεν αλλά ως τη μόνη ρεαλιστική. Οι θεωρήσεις της αριστεράς και του α/ε χώρου διαβάζουν το ψευδεπίγραφο αυτής της «αντικειμενικότητας», ωστόσο, η αριστερά όχι μόνο δεν μπορεί να εντοπίσει, άρα και να μεταστοιχειώσει, τις πραγματικές αιτίες της κρίσης αλλά και, αγνοώντας τες, μεταχειρίζεται μέσα που απλά προσιδιάζουν στην άλλη όψη του εξουσιαστικού νομίσματος και εξοβελίζουν την ουτοπία τόσο χωροχρονικά όσο και ποιοτικά. Ο α/ε χώρος αντιτάσσει την potentia του ως το μοναδικό αντίδοτο, οικοδομώντας βολονταριστικές σχέσεις αλληλεγγύης, αυτοκαθορισμού και ελευθερίας που εκφράζουν την πρόγευση μιας ουτοπίας στο παρόν, προκαλώντας ταυτόχρονα ρήγματα και ακυρώνοντας στην πράξη την κυρίαρχη εξουσιαστική συνθήκη. Απομένει να δούμε πώς (και να πράξουμε ώστε) οι αντιφάσεις μιας α-δέσποτης πολιτικής ζωής μπορούν να εναρμονιστούν, έτσι ώστε το ελευθεριακό πρόταγμα να «γίνει αυτό που είναι»: υλοποίηση της αυριανής ουτοπίας στις ρωγμές του σήμερα. 
 

2 Νοε 2012

Corpus Blasphemo


Η παράσταση του Corpus Christi ήταν μία ακόμα αφορμή για τον στοχασμό της κοινής γνώμης πάνω στο τι είναι τέχνη, αν (πρέπει να) έχει δημιουργικά όρια και ποια η φύση της κριτικής που μπορεί αυτή να δεχτεί.

Δεν έχω παρακολουθήσει το εν λόγω έργο, δεν μπορώ λοιπόν να το κρίνω καλλιτεχνικά (με τα δικά μου αισθητικά και θρησκευτικά κριτήρια) αλλά ούτως ή άλλως οι καλλιτεχνικές κριτικές προσεγγίσεις δεν είναι, αυτή τη στιγμή, το ζητούμενο. Θυμάμαι πριν χρόνια μια παράσταση του Eθνικού βασισμένη στον Τελευταίο Πειρασμό του Καζαντζάκη, με έναν Χριστό σχεδόν καθυστερημένο (ποτέ δεν κατάλαβα αν αυτό οφειλόταν στον ηθοποιό ή στο ρόλο) σε μία παράσταση του ίδιου νοητικού βεληνεκούς με τον πρωταγωνιστή της. Αναμενόμενο η «βλασφημία» να αναλαμβάνει δράση όχι μόνο όταν ο καλλιτέχνης θέλει να ταρακουνήσει, σωκρατικά, μια κοινωνία αλλά και όταν ζητά απεγνωσμένα λίγα λεπτά δημοσιότητας…

Δεν γνωρίζω τι ισχύει στην περίπτωση του Corpus Christi και δεν με ενδιαφέρει. Αν το έργο είναι αξιόλογο η όποια «βλασφημία» μπορεί να αποβεί παραγωγική, τροφή για σκέψη, γόνιμη αντιπαράθεση ή δημιουργική επιβεβαίωση. Αν πρόκειται περί θεατρικού «της σειράς», πολύ γρήγορα θα περάσει στην καλλιτεχνική λήθη με τους όποιους συνοδευτικούς χαρακτηρισμούς. Το διακύβευμα ωστόσο (και) σε αυτήν την αντιπαράθεση είναι η ίδια η βλασφημία. Μόνο που αν αυτή επιτελέστηκε από τους συντελεστές του εν λόγω θεατρικού, τότε απογειώθηκε από όλο τον διαμαρτυρόμενο συρφετό που θεώρησε ότι η υπεράσπιση της τιμής και της υπόληψης του Χριστού αποτελεί καθήκον του.

Ποιοι είναι λοιπόν οι αυτόκλητοι ιππότες του «τάγματος της Χριστοδικίας»; Σε πρώτο πλάνο οι συνήθεις ύποπτοι φονταμενταλιστές που έχουν αναγάγει τη χριστοπιστία τους σε εκδήλωση μίσους, ύβρεων και σωματικής βίας ακυρώνοντας στη θεωρία και την πράξη τη ζωή και τη διδασκαλία εκείνου που υποτίθεται πως προασπίζονται. Γνήσιοι ιδεολογικοί απόγονοι των περιθωριακών αλλά και «ευγενών» σταυροφόρων που «για του Χριστού την Πίστη την Αγία» διαγωνίζονταν για τα κομμένα κεφάλια των «απίστων» και τα καμμένα σώματα των «αιρετικών», όλα στο βωμό ενός θεού που μάλλον προς τον «έξω από δω» προσομοιάζει…

Σε δεύτερο, αλλά πιο θορυβώδες και επικίνδυνο, πλάνο οι μισάνθρωποι νεοναζί της χρυσαυγίτικης συμμορίας. Αυτοί που αποδεδειγμένα εξυμνούν το Σατανά, αυτοί που καμία πίστη δεν βάζουν πάνω από τον εθνικιστικό τους αυνανισμό, αυτοί που μεταλαμβάνουν μίσους και ρατσισμού, είναι αυτοί που ήρθαν ως την εξώπορτα του Χυτηρίου για να υπερασπιστούν ποιόν; Έναν εβραίο που έκανε παρέα με πόρνες και τελώνες, που αποτέλεσε ουσιαστική απειλή για τον ολοκληρωτισμό της (αγαπημένης τους) ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, έναν «λαθρομετανάστη» όταν ως βρέφος κατέφυγε στην Αίγυπτο για να γλιτώσει τη σφαγή από τον Ηρώδη, έναν αντιρατσιστή που στην παραβολή του καλού Σαμαρείτη καθιστά σαφές με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο πως ο πλησίον δεν είναι ο όμαιμος ή ομόθρησκος αλλά ο συνάνθρωπος, αυτός που προσφέρει την αλληλεγγύη και αυτός που την δέχεται.

Επιπλέον, πώς πιστεύεις «εις Ένα Θεόν, Πατέρα Παντοκράτορα, Ποιητήν Ουρανού και Γης, Ορατών τε πάντων και Αοράτων. Και εις Ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν, τον Υιό του Θεού το Μονογενή…» και δεν αφήνεις εκείνον να υπερασπιστεί τον «εαυτό» του αν το επιθυμεί; Παντοδύναμος αλλά όχι αρκετά ικανός να ανταπεξέλθει στις «βλασφημίες»; Την απάντηση την έδωσε ο Χριστός στη Γεθσημανή, εκεί που προσήλθε η ιουδαϊκή ιερατική φρουρά για να τον συλλάβει και ένας σύντροφός του έκοψε το αυτί του δούλου του αρχιερέα: «Βάλε το μαχαίρι σου ξανά στη θήκη του…ή θαρρείς πως δεν μπορώ να παρακαλέσω τον Πατέρα μου και αυτός να μου στείλει για συμπαράσταση πάνω από δώδεκα λεγεώνες αγγέλους;».

Το Corpus Blasphemo στην Ελλάδα του 2012 λοιπόν δεν αποτελείται από «λούγκρες ηθοποιούς του κώλου» ή σκηνοθέτες «αλβανικές κωλοτρυπίδες», όπως έσπευσε να μας διαφωτίσει ο «εν Χριστώ» πιθηκίζων αντίχριστος και νεοναζί βουλευτής της χρυσαυγίτικης συμμορίας. Το συντηρούν οι αυτόκλητοι και «ευαίσθητοι» προασπιστές και «σωτήρες», εκείνοι που στο όνομα του Χριστού καταργούν κάθε έννοια χριστότητας, εκείνοι που όταν κατά τη «Δευτέρα Παρουσία» ερωτηθούν γιατί δεν επισκέφτηκαν τον Χριστό στη φυλακή, γιατί τον είδαν γυμνό και δεν τον έντυσαν, πεινασμένο και δεν το τάισαν θα αναρωτηθούν «Κύριε, πότε σε είδαμε πεινασμένον ή διψασμένον ή ξένον ή γυμνόν ή άρρωστον ή φυλακισμένον και δε σε υπηρετήσαμε;». Και εκείνος θα τους απαντήσει, «σας βεβαιώνω πως αφού δεν τα κάνατε αυτά για έναν από αυτούς τους άσημους αδερφούς μου, δεν τα κάνατε ούτε για μένα».

Η αλήθεια βέβαια είναι πως τόσο οι νεοναζί όσο και οι χριστιανοταλιμπάν έχουν κάνει πολλά στους άσημους αδερφούς του Κυρίου – τους κατατρεγμένους, τους «λαθρομετανάστες», τους εβραίους, τους ελεύθερα σκεπτόμενους, τους διαφορετικούς: μαχαιρώματα, «αντρίκειες» επιθέσεις, αφορισμοί, ιερές εξετάσεις, ρατσιστικά πογκρόμ, μισαλλοδοξία και ενίοτε μια εκκωφαντική σιωπή μπροστά σε όλα τα ανωτέρω. Και έτσι ο Κύριος, αυτός που έσπευσαν να «υπερασπιστούν» θα μπορούσε μπροστά στο ξετύλιγμα αυτής της «χριστόφιλης» δράσης να τους απαντήσει και αλλιώς: «σας βεβαιώνω πως αφού κάνατε αυτά για έναν από αυτούς τους άσημους αδερφούς μου, τα κάνατε και σε μένα».

Μίλησε κανείς για βλασφημία;

21 Ιαν 2011

Ο αγώνας κατά της εμπορευματοποίησης των κοινωνικών αγαθών συνεχίζεται...


Παρέμβαση στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς

Την Παρασκευή 10/12, μεταξύ 12.30 – 2.30 μμ, στο πλαίσιο της μέρας συντονισμένων δράσεων στα ΜΜΜ, πραγματοποιήθηκε από 25 περίπου συντρόφους/ισσες μαζικό μοίρασμα κειμένων σε οδηγούς και επιβάτες στα ελληνικά καθώς και 2 μεταφρασμένα στα αγγλικά και στα γαλλικά απευθυνόμενα στους μετανάστες, στα δύο ρεύματα της Πατησίων (ύψος ΑΣΟΕΕ). Επίσης φωνάχτηκαν συνθήματα, κολλήθηκε πλήθος αυτοκόλλητων μέσα και έξω από τα οχήματα, χτυπήθηκαν stencil πάνω τους που έγραφαν ”Ελεύθερες μεταφορές για όλους” και ”Αλληλεγγύη στον αγώνα των εργαζομένων στα ΜΜΜ, ρουφιάνοι ελεγκτές ” και μπλοκαρίστηκαν τα ακυρωτικά μηχανήματα. Η αναπόκριση οδηγών, επιβατών και διερχόμενων ήταν θετική, ανταλλάχτηκαν βιαστικές κουβέντες και άνοιξαν συζητήσεις στις στάσεις με ντόπιους και μετανάστες.

κατάληψη πατησίων 61 & σκαραμαγκά
http://pat61.squat.gr/?p=1260

Ανοιχτό κάλεσμα για τις συγκοινωνίες

ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΔΕΚΑΔΩΝ ΦΟΡΕΩΝ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

Πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη 19 Ιανουαρίου στην Αθήνα, μετά από κάλεσμα της κίνησης «Ακρίβεια STOP», συνάντηση για τον παναττικό συντονισμό όλων των φορέων, κινήσεων και των πολιτών που αντιστέκονται στις αλλαγές που προωθεί η κυβέρνηση στις συγκοινωνίες. Η συνάντηση έγινε με μεγάλη συμμετοχή και επιτυχία και σε πολύ γόνιμο κλίμα συνεννόησης και θέλησης για κοινή δράση.

Πήραν μέρος πολίτες από 28 τοπικές, δημοτικές και περιφερειακές κινήσεις της Αττικής, επιτροπές ενάντια στα μέτρα, εργαζόμενοι από τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς (Μ.Μ.Μ.) και άλλους εργασιακούς χώρους, από το Συντονισμό Πρωτοβάθμιων Σωματείων, από το δίκτυο αλληλεγγύης εργαζομένων και ανέργων «δικαίωμα», από φοιτητικούς συλλόγους της Αθήνας, από το Πανελλαδικό Συντονιστικό Επιτροπών Αγώνα κατά των Διοδίων και άλλους φορείς και οργανώσεις, καθώς και μεμονωμένοι ενεργοί πολίτες.

Κοινή ήταν η συμφωνία πάνω στα παρακάτω σημεία:

1.Εκφράζουμε και θα εκφράσουμε έμπρακτα τη συμπαράστασή μας στον αγώνα που δίνουν οι εργαζόμενοι στα Μ.Μ.Μ. για να μην ανατραπούν τα εργασιακά δικαιώματα και για δημόσιες, ασφαλείς συγκοινωνίες.

2.Αντιστεκόμαστε στο χαράτσι της αύξησης κατά 40% του εισιτηρίου και της κάρτας στις αστικές συγκοινωνίες. Δεν θα επιτρέψουμε στην κυβέρνηση να προχωρήσει στην προκλητική αυτή αύξηση και μάλιστα τη στιγμή που οι στρατιές των ανέργων και των φτωχών μεγαλώνουν κάθε μέρα και οι εργαζόμενοι, οι συνταξιούχοι, οι νέοι έχουν ήδη χάσει σημαντικό μέρος του εισοδήματος και των δικαιωμάτων τους.

3.Όλοι μαζί συμφωνούμε και καλούμε από την 1η Φεβρουαρίου, ημέρα για την οποία έχει εξαγγελθεί η αύξηση - χαράτσι, σε μαζική ανυπακοή. Κανείς να μην ακυρώνει το εισιτήριό του. Ούτε και να πάρει κάρτα απεριορίστων διαδρομών, στέλνοντας μήνυμα ανυπακοής. Θα είμαστε χιλιάδες και κανείς δεν θα μπορέσει να μας επιβάλλει οποιοδήποτε κύρωση και πρόστιμο. Προτείνουμε η ανυπακοή να συνεχιστεί καταρχήν για όλη την πρώτη εβδομάδα του Φεβρουαρίου και στη συνέχεια να προχωρήσουμε με την ίδια ή και άλλες μορφές αντίστασης μέχρι να υποχωρήσει η κυβέρνηση. Συγκεντρώσεις, διαμαρτυρίες, πορείες στις γειτονιές και «κινούμενες καταλήψεις» μέσων μαζικές μεταφοράς θα είναι σίγουρα μερικές από τις κινήσεις μας. Από σήμερα και μέχρι την 1η Φεβρουαρίου θα συνεχίσουμε με δεκάδες δράσεις ενημέρωσης και ανυπακοής σε όλες τις γειτονιές αλλά και αλληλεγγύης στους απεργούς. Ειδικότερα τα δύο επόμενα Σάββατα θα οργανωθούν διαμαρτυρίες στις στάσεις και μέσα στους σταθμούς και τα Μ.Μ.Μ. στέλνοντας ένα πρώτο δυνατό μήνυμα συντονισμένης δράσης παντού.

4.Ο αγώνας μας είναι αγώνας που σκοπό έχει να νικήσει. Επιδιώκουμε τη δημιουργία ενός πραγματικού μαζικού κινήματος. Κάθε κίνηση και επιτροπή θα συνεχίσει την αυτόνομη δράση της, διατηρώντας την πλήρη αυτοτέλειά της, θα συνεχίσει να έχει τις ιδιαίτερες απόψεις και θέσεις της, τα υλικά της αλλά και τις δικές της μορφές δράσης. Όλοι, όμως, συμφωνήσαμε στην ανάγκη ενός και μόνο ενιαίου συντονισμού που θα συμβάλλει στην ενοποίηση και μεγιστοποίηση της δύναμής μας και στην τεχνική συνεννόηση ώστε να βρεθούμε παντού. Ο συντονισμός αυτός ενοποιείται πάνω στη δράση και σε 2 συγκεκριμένα και απλά σημεία (Δεν πληρώνω το χαράτσι – Νίκη στην απεργία για δημόσιες συγκοινωνίες)

5.Τις επόμενες μέρες έχουν οριστεί, εκτός από τις κινητοποιήσεις που εξελίσσονται, και άλλες συναντήσεις συντονισμού σε γειτονιές και στο κέντρο της Αθήνας. Θα συμμετέχουμε σε όλες αυτές και προτείνουμε μία μεγάλη κοινή τελική συνέλευση ενιαίου συντονισμού την Κυριακή 30 Ιανουαρίου και μάλιστα σε χώρο οικείο σε όλους τους επιβάτες, εργαζόμενους και πολίτες (π.χ. μέσα στο σταθμό μετρό του Συντάγματος). Για το τελευταίο θα επανέλθουμε άμεσα.

6.Απευθύνουμε λοιπόν σε όλους:
ΑΝΟΙΧΤΟ ΚΑΛΕΣΜΑ ΕΝΙΑΙΟΥ ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΥ

ΑΠΟ 1 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ «ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ»

ΑΝΟΙΧΤΟ ΚΑΛΕΣΜΑ ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΥ ΓΙΑ ΤΙΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ

http://www.akribeia-stop.gr/

5 Σεπ 2010

Η Απομυθοποίηση της Δημοκρατίας


Τρία κομμάτια από το ίδιο παζλ που, αν και φαινομενικά ανόμοια, συμμετέχουν στην απόδοση μιας ενιαίας εικόνας, αυτής της δημοκρατίας στον δυτικό κόσμο: Ηνωμένες Πολιτείες, Γαλλία, Ελλάδα. Κοινωνικοπολιτικά και περιβαλλοντικά γεγονότα που μπορεί να μην διαθέτουν την ίδια βαρύτητα στο πλαίσιο των παγκόσμιων εξελίξεων αλλά καταδεικνύουν με τον καλλίτερο τρόπο πλευρές της δημοκρατίας που οι απανταχού επαγγελματίες πολιτικοί θα προτιμούσαν να παραμείνουν αφανείς, ξεχασμένα ιστορικά αποτυπώματα στην προσέγγιση και την κριτική που άσκησαν στην αστική δημοκρατία διανοητές του μεγέθους του Ρουσσώ, του Μαρξ, του Νίτσε.

Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού οι συζητήσεις έχουν πάρει φωτιά εξαιτίας της πρόθεσης του Μπάρακ Ομπάμα να προχωρήσει στην ανέγερση Τεμένους, στον περιβάλλοντα χώρο του «Σημείου Μηδέν», για τις λατρευτικές ανάγκες της εκεί ισλαμικής κοινότητας. Υποστηρικτές και πολέμιοι της προεδρικής θέσης ξεδιπλώνουν τα επιχειρήματά τους για το τι εστί αμερικανική ταυτότητα, αν μπορεί, ή όχι, να συμπεριλάβει το ισλαμικό στοιχείο και αν, τελικά, αρκεί μια άλλη ταυτότητα, η θρησκευτική των δραστών της 11/9, για να στιγματίσει ολόκληρο το Ισλάμ και να καταστήσει έτσι το «Σημείο Μηδέν» τόπο μαρτυρίου για την «αμερικανική χριστιανοσύνη».

Βέβαια, το ίδιο αυτό τελευταίο επιχείρημα, ανάποδα αναγνωσμένο, αποδίδει - παρατραβηγμένα αλλά με την ίδια παράλογη εγκυρότητα - το ακριβώς αντίθετο συμπέρασμα: Ο ιερός πόλεμος που εδώ και χρόνια έχει εξαπολύσει η «καλή», «δημοκρατική», χριστιανική Δύση ενάντια στην «κακή», «θεοκρατική» μουσουλμανική Ανατολή είναι η αιτία που μπορεί να μην δικαιολογεί αλλά σίγουρα εξηγεί την επίθεση στους δίδυμους πύργους του Μανχάταν. Γιατί λοιπόν με αυτό το σκεπτικό να μην είναι το «Σημείο Μηδέν» τόπος μαρτυρίου για τους απανταχού μουσουλμάνους;

Εξίσου προβληματικό είναι και το γεγονός πως η τελική απόφαση, όπως πλειάδα μικρών ή μεγάλων ζητημάτων στο υπάρχον πολιτικό σύστημα, θα καθοριστεί από το δίπολο πλειοψηφία - μειοψηφία, με την πρώτη να επιβάλλει την άποψή της στη δεύτερη, μια επιβολή που αποτελεί θεμελιώδες χαρακτηριστικό γνώρισμα της δημοκρατίας. Δεν έχει σημασία αν αυτός που θα επιβληθεί έχει το «δίκιο» με το μέρος του, Δημοκρατικός ή Ρεπουμπλικάνος, Χριστιανός ή Μουσουλμάνος. Η λογική της συναίνεσης, η κατανόηση, αποδοχή και εναγκαλισμός (και όχι απλά η ανοχή) του διαφορετικού, η εξοικείωση του καθενός με τον διπλανό του όχι μέσω της τηλεόρασης ή της πολιτικής προπαγάνδας αλλά στη βάση της καθημερινής προσωπικής τριβής απαιτούν μια κοινωνικοπολιτική στάση ζωής που σίγουρα δεν μπορεί να ανθίσει στο στείρο, ανταγωνιστικό και ιεραρχικό περιβόλι της αστικής δημοκρατίας.

Μιλώντας για ανοχή, η Γαλλική Δημοκρατία του σαρκοζικού βοναπαρτισμού βαδίζει με ηχηρά βήματα στο δρόμο που, εδώ και δύο χρόνια, έχουν χαράξει η Γερμανία, η Δανία και η Σουηδία. Μαζικές απελάσεις Ρομά με την πρόφαση της εγκληματικότητας και στιγματισμός εθνοτικών και θρησκευτικών ομάδων με μια λογική απόδοσης συλλογικής ευθύνης. Το λίκνο αυτής της πρακτικής απαντάται στη ναζιστική Γερμανία, όπου οι Εβραίοι, οι ομοφυλόφιλοι, οι Ρομά, διώκονταν για αυτό που αντιπροσώπευαν, για τον εκφυλισμό που, κατά τους «Άρειους», απέρρεε από το γεγονός της ίδιας τους της ύπαρξης. Στη σύγχρονη Γαλλία, οι απελάσεις δεν βασίζονται (δήθεν) στην κοινή συλλογική ταυτότητα των πληγέντων αλλά σε μεμονωμένες παραβατικές συμπεριφορές. Απλά «τυχαίνει» αυτά τα μεμονωμένα περιστατικά να αντιστοιχούν στην ίδια θρησκευτική ή εθνοτική ομάδα.

Οι ανταποκρίσεις από τη γαλλική επικράτεια αναφέρονται στην άνοδο της δημοτικότητας του Νικολά Σαρκοζί, εξαιτίας αυτών των μέτρων, με το μεγαλύτερο κομμάτι του γαλλικού πληθυσμού να επικροτεί την ρατσιστική πολιτική του. Αν δεχθούμε την αξιοπιστία αυτών των στατιστικών τότε ξαναβρίσκουμε μπροστά μας την τυραννική πλειοψηφία της δημοκρατίας, αυτή που στο όνομα της ασφάλειας μπορεί όχι μόνο να ανεχθεί αλλά και να εξαπολύσει επιθέσεις ενάντια σε όλα όσα αδυνατεί να κατανοήσει.

Στην ελληνική σκηνή, ένας βιότοπος στο Ρέθυμνο της Κρήτης, το φοινικόδασος της Πρέβελης, κάηκε ολοσχερώς μετατρέποντας σε κάρβουνο μια περιοχή με μεγάλη οικολογική σημασία και απαράμιλλη φυσική ομορφιά. Δε θα σταθώ στο αν επρόκειτο για εμπρησμό, ούτε και στην προσπάθεια των πυροσβεστών να αντιμετωπίσουν την καταστροφική φωτιά αλλά στη στάση των κατοίκων, των οποίων τόσο η αναποτελεσματική επιθυμία να συνδράμουν τις δυνάμεις πυρόσβεσης, όσο και η εκούσια αυτομετατροπή πολλών εξ αυτών σε παθητικούς δέκτες του καταστροφικού θεάματος πηγάζουν όχι απλά από τις αδυναμίες αλλά από την ίδια τη φύση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.

Στην πρώτη περίπτωση, όλοι αυτοί που επιδιώκουν έναν πιο ενεργό κοινωνικοπολιτικά ρόλο στα ζητήματα που αφορούν την ίδια τους την καθημερινότητα, ακόμα και σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης όπως οι πυρκαγιές, είτε θα έρχονται αντιμέτωποι με το τέρας της γραφειοκρατίας είτε με την αναλγησία των «επαϊόντων». Στη δεύτερη περίπτωση, τα υποκείμενα έχουν ήδη προχωρήσει σε έναν αυτοευνουχισμό, αναγνωρίζοντας ολοκληρωτικά στο πρόσωπο κάποιων άλλων, «ειδικών», «εκλεγμένων», «πεφωτισμένων», το δικαίωμα και την ικανότητα να αποφασίσουν και να υλοποιήσουν για λογαριασμό τους τακτικές πάνω σε «καυτά» ζητήματα που αφορούν τον πυρήνα της ίδιας τους της ύπαρξης και επιβίωσης.

Κοινός παρανομαστής, λοιπόν, είναι η επιθυμία του συστήματος να διανείμει στην κοινωνία ρόλους διακριτούς, όχι όμως στη βάση μιας ισοδύναμης δραστηριοποίησης αλλά βάσει των δίπτυχων «εξουσία - υποτέλεια» και «κυβερνητική δράση - κοινωνική απάθεια», αναμασώντας φυσικά τα λογύδρια περί «κυρίαρχου λαού» και πετώντας ανά τετραετία το τυράκι του εκλογικού δικαιώματος, ως επισφράγιση της κυριαρχίας αυτής. Μόνο που η φάκα παραμένει.

Στο έργο τους «Η Διαλεκτική του Διαφωτισμού», οι Αντόρνο και Χορκχάιμερ ξετυλίγουν το κουβάρι της αθέατης αλλά τυραννικής κληρονομιάς του Αιώνα των Φώτων, που με τον ισχυρισμό της διάλυσης των προκαταλήψεων και των σκοταδιστικών μύθων γονιμοποίησε έναν μύθο νέο, κατά πολύ ισχυρότερο, αυτόν του «ορθού τρόπου σκέψης» και της «προόδου», που, σύμφωνα με τους συγγραφείς, οδήγησε μέχρι το Ολοκαύτωμα της ναζιστικής κυριαρχίας.
Η αστική δημοκρατία, γνήσιο τέκνο του Διαφωτισμού, έχει οικοδομήσει το δικό της μύθο, από την πνιγηρή αντεπαναστατική δράση των Ιακωβίνων στη Γαλλική Επανάσταση μέχρι «το τέλος της ιστορίας» του Φουκουγιάμα και ακόμα παραπέρα, στην «ορθολογική» αφαίμαξη του πλούτου των λαών και την «φωτισμένη» εξαθλίωση των κοινωνικών στρωμάτων εν ονόματι μνημονίων, κηδεμονιών και οικονομικών ανακάμψεων .

Το μείζον ζήτημα για τους λαούς της γης δεν είναι πλέον η επιτάχυνση αυτής της «αμαξοστοιχίας της προόδου» αλλά η εκτροπή της, όπως επισημαίνει ο Βάλτερ Μπένγιαμιν στις «Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας». Οι αφορμές - περιβαλλοντική καταστροφή, οικονομική λεηλασία, καταστολή των ελευθεριών - είναι παρούσες χρόνια τώρα. Τα εγχειρήματα δράσεων στηριγμένα στην αλληλεγγύη, την ελευθερία, την προστασία της φύσης και τον αμοιβαίο σεβασμό - Ζαπατίστας, Οαχάκα, εξέγερση και αυτοδιαχείριση εργοστασίων στην Αργεντινή το 2001, οι απελευθερωμένες πράσινες, κοινωνικοπολιτικές και καλλιτεχνικές ζώνες στις γειτονιές της πρωτεύουσας ως σπόροι της εξέγερσης του Δεκέμβρη ’08 στην Αθήνα, και τόσα άλλα - το ίδιο. Η απομυθοποίηση και η υπέρβαση της Δημοκρατίας δεν μπορεί παρά να αποτελούν προσωπική στάση ζωής.

2 Αυγ 2010

Η Σέχτα, η συνομωσιολογία και η «κακή συνείδηση»



Πολλά γράφτηκαν και ειπώθηκαν για τη Σέχτα Επαναστατών μετά τη δολοφονία του Σωκράτη Γκιόλια, ακόμα περισσότερα έπειτα από την ανάληψη ευθύνης από μέρους της οργάνωσης. Και χονδρικά, δύο μεγάλες κατηγορίες διαμορφώνονται στην κοινή γνώμη. Εκείνοι που ρητά εκφράζουν την απέχθεια και τον αποτροπιασμό τους για τη δράση των «τρομοκρατών» και κάποιοι που, λιγότερο ή περισσότερο συγκρατημένα, εκδηλώνουν μια συμπάθεια για αυτούς που εκδικούνται «στο όνομα των καταπιεσμένων», ειδικά στην παρούσα, χαλεπή, οικονομική περίοδο.
Ωστόσο, άπαντες διαπράττουν ένα σοβαρό λάθος, ανάλογα με το «στρατόπεδο» στο οποίο εντάσσονται.
Όλα τα σχόλια και οι θέσεις που καταδικάζουν τη Σέχτα βασίζονται είτε στην αδυναμία κατανόησης του πλαισίου δράσης της είτε στην προσφυγή σε σενάρια συνομωσιολογίας για την ανάμειξη πρακτόρων ή κρατικών προβοκατόρων στις ενέργειές της. Λογικό, εφόσον αδυνατούν να κατανοήσουν τι σημαίνει μια επαναστατική οργάνωση να ασπάζεται μια μηδενιστική φιλοσοφία. Σε αυτό μπορεί να βοηθήσει η προσεκτική ανάγνωση των μέχρι τώρα προκηρύξεών της, μέσα από τις οποίες καθίσταται σαφές το όραμα της καταστροφής τής υπάρχουσας κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής πραγματικότητας, με όλα τα μέσα, με λύσσα και αφοσίωση, χωρίς δισταγμό, και με αόριστες - σχεδόν ανύπαρκτες - αναφορές σε μια αυριανή ουτοπία.
Το μέγεθος της κλίμακας στην οποία επιζητούν να επιβάλλουν τις ανατροπές τους αρκεί για να τους χαρακτηρίσουμε επαναστάτες. Τα μέσα που επιλέγουν και το προβάδισμά στην αποδόμηση φτάνει για να τους εντάξουμε στους μηδενιστές. Αυτό λοιπόν που οφείλει να κατανοήσει η πλευρά της κοινής γνώμης που φρίττει και απορεί - και που έχει φτάσει στο σημείο, αυτοαναιρούμενη, να αναπολεί την «πολιτική καθαρότητα» και το «φιλότιμο» ομάδων όπως η 17Ν ή ο Ε.Λ.Α. - είναι ότι ουδέποτε στην ιστορία μηδενιστικές επαναστατικές ομάδες ενέταξαν τη δράση τους στα πλαίσια της «πολιτικής του αιτήματος» και της συνδιαλλαγής με την εξουσία. Αυτός που μισεί, που ζητά να αποδομήσει, που δεν θεωρεί εαυτόν κομμάτι του συνόλου θα ήταν το λιγότερο ασυνεπής αν δεν προέβαινε στην προσπάθεια της απευθείας και ολικής καταστροφής των δομών στις οποίες αντιτίθεται, χωρίς δευτερολογίες, διαλόγους και διαπραγματεύσεις.
Επιπλέον, αυτή ακριβώς η ορμητική και απόλυτη καταστροφική δράση, σε συνδυασμό με την αδυναμία εμπέδωσης του τι σημαίνει επαναστατικός μηδενισμός, οδηγεί πολλούς στο συμπέρασμα πως η Σέχτα αποτελεί προπύργιο πρακτόρων που αποβλέπουν στο να βλάψουν και να εκθέσουν τη χώρα, να αποπροσανατολίσουν το λαό από τα φλέγοντα προβλήματα κ.λ.π. Όμως, το ερώτημα πάνω στο οποίο βασίζεται αυτή η συλλογιστική, και που είναι το «ποιός ωφελείται από την τάδε ή τη δείνα πράξη», μπορεί να είναι αρκετό για τον Ηρακλή Πουαρό στα αστυνομικά μυθιστορήματα της Αγκάθα Κρίστι, αλλά όχι και για την κατά πολύ πιο σύνθετη πολιτικοκοινωνική πραγματικότητα: ο εχθρός του εχθρού μου δεν είναι απαραίτητα φίλος μου, και πολύ συχνά μια πράξη μπορεί να επιφέρει εξίσου «χρήσιμα» αποτελέσματα σε δύο στρατόπεδα που ουδεμία συνεργασία ή σχέση έχουν, που κάλλιστα μπορούν να θεωρούνται και να είναι εχθρικά. Μια πιθανή ανάμειξη εγχώριων και αλλοδαπών πρακτόρων στη δραστηριότητα της Σέχτας δεν μπορεί φυσικά να απορριφθεί. Αλλά σίγουρα δεν δύναται και να καταδειχθεί βάσει της παραπάνω συλλογιστικής.
Από την άλλη πλευρά στέκονται εκείνοι που με μια κρυφή αγαλλίαση καλωσορίζουν τη δράση της Σέχτας ως τη ρομφαία που θα βάλει στη θέση τους αυτούς που, αδιαμφισβήτητα, χρόνια και χρόνια τώρα τρώνε, πίνουν και πατάνε πάνω στα κουφάρια βιοπαλαιστών. Αυτούς που, όπως πολύ εύστοχα σημειώνεται στην τελευταία προκήρυξη, επικαλούνται δακρύβρεχτα την απόλυτη αξία και την ιερότητα της ανθρώπινης ζωής επιλεκτικά και κατά περίπτωση. Όμως και εδώ οδηγούμαστε σε ένα πολύ επικίνδυνο μονοπάτι.
Στη Γενεαλογία της Ηθικής, ο Φρειδερίκος Νίτσε μιλά για όλους εκείνους τους αδύναμους, τους παραιτημένους από τη ζωή, αυτούς που οι κοινωνικές συμβάσεις και απαγορεύσεις ή η ανικανότητα να δράσουν για λογαριασμό του εαυτού τους, τους οδήγησε στον σχηματισμό μιας εσωτερικής, «κακής συνείδησης», καταπιεσμένης και διαβρωμένης από το δηλητήριο της εκδίκησης και της μνησικακίας. Αποτέλεσμα αυτής της ψυχικής κατάστασης είναι ο πλήρης ετεροπροσδιορισμός και η εξάρτηση, αφού πλέον κανένας δεν αναλαμβάνει τις ευθύνες του ή την εκπλήρωση των επιθυμιών του, αλλά περιμένει από κάποιον άλλον να εκδικηθεί για λογαριασμό του, να κάνει το βήμα που εκείνος δεν τολμά και, πιθανότατα, ποτέ δεν θα τολμήσει να κάνει. Έτσι μοιάζουν και όλοι αυτοί που στο πρόσωπο μιας Σέχτας αναγνωρίζουν τον προσωπικό τους εκδικητή. Φορείς μιας κακής και άσχημης συνείδησης που ευνουχίζει οποιαδήποτε πρωτοβουλία και ανατρεπτική ή απελευθερωτική δράση.
Επιπρόσθετα, η προβολή κάθε ελπίδας για αλλαγή, δικαιοσύνη και αποκατάσταση πάνω σε μια ομάδα, πρόσωπο, κόμμα ή οτιδήποτε αποτελεί «σεχταρισμένο» μέρος ενός όλου, δεν μπορεί παρά να προετοιμάζει από σήμερα τις νέες ολιγαρχίες ενός ανέξοδου αύριο. Η χειραφέτηση των υποκειμένων της βιοπάλης, των εκμεταλλευόμενων και των αδυνάτων δεν μπορεί παρά να αποτελέσει έργο αυτών των ιδίων. Αλλιώς, θα ξαναβρεθούμε θεατές στο ίδιο έργο, με τη συνήθη κατάληξη για τις τόσες και τόσες εξεγέρσεις και ανατροπές της ιστορίας που εναπόθεσαν τη δημιουργικότητα και τις ελπίδες τους σε έναν Στρατηγό, σε έναν Αυτοκράτορα, σε ένα Κόμμα...
Κλείνω με μια απαραίτητη διευκρίνηση. Η έντεχνη προσπάθεια άμεσης συσχέτισης της Σέχτας Επαναστατών με τον αναρχικό/αντιεξουσιαστικό χώρο προδίδει την ασίγαστη ανησυχία του πολιτικού συστήματος και της συντριπτικής πλειοψηφίας των μέσων (παρα)πληροφόρησης για το μοναδικό, ίσως, κομμάτι της κοινωνίας που τόσο θεωρητικά όσο και στην πράξη έχει συλλάβει τις παραπάνω παρανοήσεις και αντιφάσεις, και μέσα από την πρακτική του δίνει και τις κατάλληλες απαντήσεις. Μπορεί ο μηδενισμός ως ρεύμα να εντοπίζεται μέσα στην ιστορική διαδρομή του αναρχικού κινήματος, ωστόσο η κεκτημένης ταχύτητας συσχέτιση μιας ομάδας που δρα σεχταριστικά, «πεφωτισμένα» και με εξαγιασμένα μέσα, με τον αναρχικό χώρο, ή και με αυτήν ακόμα την εξέγερση του Δεκέμβρη ’08, ακυρώνει, αφελώς ή ιδιοτελώς, την ουσία και τους αγώνες αυτής της ιστορικής διαδρομής, προς όφελος της προπαγάνδας, του τρόμου και της παραπληροφόρησης.

9 Μαΐ 2009